ζευγαρώνω

ζευγαρώνω
1. μετ.
1) соединять попарно; подбирать под пару; 2) запрягать парой, попарно; 3) пахать; 4) спаривать, случать (животных); 5) разг шутл, женить, выдавать замуж; 2. αμετ. 1) образовывать пары; 2) спариваться (о животных); 3) смешиваться, перемешиваться (о жидкости)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ζευγαρώνω" в других словарях:

  • ζευγαρώνω — ζευγαρώνω, ζευγάρωσα, ζευγαρωμένος βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ζευγαρώνω — [ζευγάριο(ν)] 1. συνδέω ανά δύο, συγκροτώ ζεύγος 2. (για υγρά) ανακατώνω, αναμιγνύω 3. (για ζώα) συνδέω σε ζεύγος για την αναπαραγωγή τού είδους («ζευγαρώνω τα περιστέρια») 3. ενώνομαι με ετερογενή, αποτελώ ερωτικό ζεύγος 4. ζευγαρίζω*, οργώνω …   Dictionary of Greek

  • ζευγαρώνω — ζευγάρωσα, ζευγαρώθηκα, ζευγαρωμένος 1. μτβ., σχηματίζω ζευγάρι, ενώνω ανά δύο: Ζευγαρώνω τα περιστέρια. 2. αμτβ., βρίσκω το ταίρι μου, ενώνομαι με κάποιον: Την άνοιξη ζευγαρώνουν τα πουλιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρασυζεύγνυμι — Α συζευγνύω πλησίον, παραπλεύρως, ζευγαρώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + συζεύγνυμι «ζευγαρώνω»] …   Dictionary of Greek

  • αζευγάρωτος — η, ο [ζευγαρώνω] 1. (για πρόσωπα) ο μη ζευγαρωμένος, αυτός που δεν έχει ταίρι, ανέραστος, άγαμος 2. (για ζώα) αυτός που δεν ζευγάρωσε, ο ασυνουσίαστος 3. (για δύο πράγματα παράταιρα) ανόμοιος, αταίριαστος …   Dictionary of Greek

  • ενώνω — (AM ἑνῶ, όω) 1. από δύο ή περισσότερα απαρτίζω ένα, συναρμολογώ, συνδέω, συναρμόζω 2. (για στρατεύματα) συντάσσομαι με κάποιον για κάποιο σκοπό («πάντα η νίκη, αν ενωθείτε, πάντα εσάς θ ακολουθεί», Δ. Σολωμός) 3. χημ. παρασκευάζω από δύο ή… …   Dictionary of Greek

  • ζευγάρωμα — το [ζευγαρώνω] 1. η ένωση σε ζεύγος, ο σχηματισμός ζεύγους 2. η σύζευξη, η ένωση αρσενικού και θηλυκού 3. σύνδεση δύο ανόμοιων ιδιοτήτων, καταστάσεων ή ενεργειών …   Dictionary of Greek

  • ζευγαρωτός — ή, ό [ζευγαρώνω] 1. αυτός που αποτελεί ζεύγος με κάποιον άλλον, ο ζευγαρωμένος 2. το ουδ. ως ουσ. το ζευγαρωτό το ζευγάρι. επίρρ... ζευγαρωτά ανά δύο …   Dictionary of Greek

  • παραζεύγνυμι — και παραζευγνύω ΜΑ ζεύω μαζί αρχ. 1. ενώνω κάποιον μαζί με άλλον, παντρεύω («χρηστῷ πονηρὸν λέκτρον παραζευγνύναι», Ευρ) 2. τοποθετώ πολύ κοντά σε κάποιον («φρουρὼ παραζεύξασα φύλακε σώματος», Ευρ.) 3. συντροφεύω, ζευγαρώνω («παραζευγνυμένων… …   Dictionary of Greek

  • προσπλέκω — ΜΑ πλέκω, συμπλέκω κάτι με κάτι άλλο μσν. παθ. προσπλέκομαι α) (για φίδια) ζευγαρώνω β) προσκολλώμαι σε κάτι αρχ. 1. αναμιγνύω κάτι με ένα φαρμακευτικό παρασκεύσμα 2. παθ. α) εμπλέκομαι σε κάτι («μυθώδη τινὰ προσπλέκεται τοῑς λεγομένοις», Στράβ.) …   Dictionary of Greek

  • σκυλακεύω — Α [σκύλαξ, ακος] 1. εκτρέφω σκυλάκια 2. ανατρέφω μικρά παιδιά 3. ζευγαρώνω σκύλους για την αναπαραγωγή τού είδους 4. παθ. σκυλακεύομαι α) θηλάζομαι («τοὺς παῑδας ἐκτεθέντας... ὑπὸ λυκαίνης σκυλακευομένους», Στραβ.) β) γυμνάζομαι από μικρή ηλικία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»